Φόρτωση...

Λαογραφία

 Χοροί
Η Νάξος, νησί του γλεντιού, του Διονύσου και του Απόλλωνα, αποτελεί κεντρικό πυρήνα και ανθηρό μουσικό κύτταρο ανάμεσα στα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων. Στους  αξώτικους χορούς υπάρχει έντονο το ερωτικό στοιχείο (αν και ο χορός αντιπροσωπεύει πολλές πτυχές της ζωής του Ναξιώτη) και είναι χοροί αντικρυστοί και συρτοί. Οι επιρροές στη μουσική και στους χορούς του νησιού είναι σε μεγάλο βαθμό Μικρασιατικές κυρίως από τα  μεγάλα αστικά κέντρα (Σμύρνη, Πόλη).  Πρέπει να πούμε ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, στα Ναξιώτικα πανηγύρια χορευόταν εκτός από τους Μικρασιατικούς σκοπούς: Χασάπικο, Ζεϊμπέκικο, Καρσιλαμά και Αϊβαλιώτικο και διάφοροι ξενόφερτοι χοροί όπως:  Φοξ ανγκλέ, Πόλκα, Ταγκό, Βαλς κ.α. καθώς και τα εκάστοτε λαϊκά της εποχής (ενώ πολλές φορές ζητούνταν από τους πελάτες ακόμη και στεριανά).
 Οι βασικοί χοροί της Νάξου είναι ο Συρτός (σε αργό ή γρήγορο κινητικό μοτίβο),  ο Μπάλλος (όχι ως αυτόνομος χορός αλλά συνέχεια του Συρτού), η Βλάχα (με  παραλλαγές ανά χωριό), ο Καλαματιανός (επτάσημος συρτός) και τέλος ο Βιτζηλαιαδίστικος (αντρικός χορός). Υπάρχουν και άλλοι χοροί οι οποίοι όμως δεν επιβίωσαν στην πάροδο του χρόνου (π.χ. τα Κοτσάκια, και οι αποκριάτικοι Μιμητικός, Γεροντίστικος κ.α.). Το μέτρο σχεδόν όλων των χορών είναι 2/4 πλην του Καλαματιανού που είναι 7/8.
 

Συρτός με βιολί Βαζαίο Βιτζηλαιαδίστικος

   Ο Συρτός είναι ο πλέον αγαπητός και διαδεδομένος χορός της Νάξου, κυρίως στα ορεινά χωριά της Νάξου. Χορεύεται σε όλες τις περιστάσεις και έχει αργή ή γρήγορη ρυθμική αγωγή, ανάλογα με τις προτιμήσεις του πρωτοχορευτή, ο οποίος και «παραγγέλνει», «πληρώνει» και χορεύει την παρέα του. Στο χορό αυτό ο χορευτής έχει μεγάλες αυτοσχεδιαστικές δυνατότητες, κάνοντας φιγούρες, τα λεγόμενα «τσαλίμια» (τσακλίμια) ή «καβάδια» («κουτσοκάβαδα»). Στην αρχή του χορού συνήθως σηκώνονταν οι νέοι άντρες (ο αριθμός των οποίων είχε σχέση με τη χωρητικότητα της περιοχής στην οποία γινόταν το γλέντι) ξεκινούσαν με αργούς σκοπούς να χορεύουν, κάνοντας και μερικά καβάδια (τσαλίμια) ώστε να προσελκύσουν και τις κοπελιές στο χορό, συνήθως με τον Καλαματιανό ή πάλι με Συρτό. Βέβαια κάθε χορευτική περίσταση είχε και τους «κανόνες» της οι οποίοι σχετίζονται με το χωριό, την περίοδο του χρόνου, το είδος του γλεντιού, τους χορευτές και τους οργανοπαίκτες. 

Μπάλος Μπάλος


   Ο Μπάλλος είναι χορός ελεύθερος και αντικρυστός. Χορεύεται σε συνέχεια του Συρτού και χορεύει μόνο το πρώτο ζευγάρι. Ποτέ δε χορευότανε μπάλλος αν δεν είχε προηγηθεί συρτός. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χορού ο λαουτιέρης τραγουδά αυτοσχέδια δίστιχα (κοτσάκια), ανάλογα με τα χαρίσματα και τα χαρακτηριστικά των χορευτών. Οι κινήσεις του χορευτή είναι νοηματικές, εκφραστικές και εξωτερικεύουν τα συναισθήματά του προς την ντάμα του.. Σε περίπτωση που χορεύει τη μητέρα ή κάποια άλλη γυναίκα της ευρύτερης οικογένειά του, οι κινήσεις είναι πιο μετρημένες και προσπαθεί να αναδείξει τη χορευτική ικανότητα της ντάμας του χωρίς υπερβολές.  Όταν όμως χορεύει την αγαπημένη του ή αυτή για την οποία ενδιαφέρεται, οι κινήσεις του  είναι είτε επιθετικές, με σκοπό το φιλί, είτε κυκλικές και αναγνωριστικές για να την εντυπωσιάσει και να την «κυριεύσει» εν τέλει βρίσκοντας τα αδύνατά της σημεία (στην χορευτική τεχνική ή στη φυσική κατάσταση ώστε να τη φιλήσει). Η ντάμα συνεχίζει αυτό το ερωτικό παιχνίδι, με σεμνές αλλά γρήγορες κινήσεις και στροφές για να αποφύγει τις «εφόδους» του καβαλιέρου. Σε μερικά χωριά, όταν κάποιος καβαλιέρος είχε χορέψει αρκετά, μπορούσε κάποιος άλλος χορευτής, συνήθως φιλικό πρόσωπο του ζευγαριού, κάνοντας το «μπαρντό» (δηλαδή με το παρντόν)  να «βγάλει» το χορευτή από το χορό και να  χορέψει αυτός τη ντάμα (μπορούσε να γίνουν και δυο και τρεις εναλλαγές). Πρέπει να τονιστεί δε, ότι ο μπάλλος είναι ελεύθερος χορός καθ’όλη τη διάρκειά του.
  
Η Βλάχα είναι χορός κυκλικός και χορεύεται από άντρες και γυναίκες με πιάσιμο από τους ώμους. Χορευόταν μόνο την περίοδο των Αποκριών και το όνομά της το πήρε πιθανόν (σύμφωνα με τον καθηγητή Λαογραφίας κο Σφυρόερα από την Απείρανθο) από το γνωστό τραγούδι: «Στην κεντημένη σου ποδιά, βρε βλάχα, βλάχα, βλαχοπούλα κι αρβανιτοπούλα…», οι εναλλαγές στη ρυθμική αγωγή-από αργή σε γρήγορη κλπ- του οποίου, ταίριαζαν με τις εναλλαγές του τον υπάρχοντος  σκοπού που παιζόταν στα χωριά με όργανα ή τραγουδιόταν χωρίς όργανα από τους χορευτές. Αποτελείται από δύο μουσικά μέρη, ένα αργό και ένα γρήγορο και συνήθως συνοδεύεται από τραγούδι. Η γνώμη του συγγραφέα είναι ότι ο σκοπός της Βλάχας, στην οποία συμμετέχουν και οι Φουστανελάδες και οι Βλάχισσες, είναι να σατιρίσει το Αθηνοκεντρικό κράτος, το οποίο κυβερνάται από «Βλάχους» (δηλ.γενικά Στεριανούς), έχει επίσημη ενδυμασία τη φουστανέλα και ομιλεί την στεριανή (Μωραΐτικη) διάλεκτο (μιας και η Απόκριες είναι η εποχή της ελεύθερης σάτιρας -κάτι που στην Απείρανθο γινότανε μέσω της παρλάτας- ιδίως σε εποχές χωρίς ιδιαίτερη ελευθερία άποψης και λόγου, πόσο μάλλον σε δημόσιο χώρο και με ευρύ κοινό). Τα βήματα του χορού διαφέρουν από χωριό σε χωριό, όπως επίσης και τα τραγούδια που τον συνοδεύουν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το χειμώνα που γιορτάζονται οι Απόκριες, λόγω της απόστασης των χωριών και του άσχημου καιρού, δεν συνηθιζόταν μετακινήσεις χορευτών στα πανηγύρια των διπλανών χωριών (εκτός από την «πομπή των Κορδελλάτων ή Κορδελλάδων» στα πεδινά-ημιορεινά χωριά της Νάξου) οπότε οι επιρροές στις χορευτικές κινήσεις της Βλάχας, από το ένα χωριό στο άλλο, ήταν ελάχιστες σε σχέση με τους γενικούς χορούς του νησιού.
   Πολλές φορές το χορό συνόδευε τραγούδι χωρίς όργανα και ήταν στρωτός (τραγουδιστή Βλάχα), αλλιώς ήταν πηδηχτός και συνοδευόταν από τα τσαμπουνοντούμπακα (ντουμπανιστή Βλάχα). Σύγχρονα βέβαια, παίζεται με βιολί και λαούτο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στα κάτω (πεδινά) χωριά ο χορός ονομάζεται Ντίρλα ( ίσως το όνομα προέρχεται από το τουρκικό
dirla(n)mak = μουρμουρίζω κουραστικά, δημιουργώ κουραστικούς θορύβους,  σύμφωνα με τον επ.καθηγητή Λαογραφίας Μ. Σέργη από το Γλινάδο,  ή από το ντιλιρώ=κάνω τρέλες, σύμφωνα με τον καθηγητή Γ.Ζευγώλη από την Απείρανθο).

Βλάχα Αντρική Βλάχα


Ο Καλαματιανός, είναι ο γνωστός επτάσημος Συρτός χορός και συνήθως με αυτόν ξεκίναγαν τα γλέντια. Πιθανότατα η συνήθεια που επικρατούσε να ξεκινάνε τα γλέντια με το κλασσικό Πανελλήνιο τραγούδι «Μαντήλι Καλαματιανό» καθιέρωσε και το όνομα στο συρτό αυτό, αν και στα γλέντια όπως προαναφέρθηκε παιζότανε και πολλά άλλα στεριανά Καλαματιανά. Στην πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκαν και αρκετά τοπικά τραγούδια και σκοποί πάνω σε αυτό το σκοπό (όπως π.χ. ο Κοτσάτος τσαμπούνας Απειράνθου «Πάμε στα ντουμπάκια» κ.α.).
Ο Βιτζηλαιαδίστικος είναι αντρικός χορός από το χωριό Κορωνίδα και οφείλει το όνομά του στην οικογένεια των Βιτζηλαίων, οι οποίοι ήταν και οι μοναδικοί που το χόρευαν. Ο σκοπός του ήταν οργανικός και παιζόταν κατά την περίοδο των Αποκριών με τσαμπούνα. Η μελωδία του χρησιμοποιήθηκε και στο γνωστό τραγούδι «Χορέψετε-χορέψετε»  που στην υπόλοιπη Νάξο πλέον χορεύεται ως μπάλλος.

Συρτός Αντρικός Συρτός


Ο χορός «Κοτσάκια» χορευόταν στην Κωμιακή (Κορωνίδα) και ήτανε συνήθως ο χορός που ακολουθούσε τον Καλαμαθιανό στο ξεκίνημα του γλεντιού (σύμφωνα με τη λαογράφο κα Σοφία Αλιμπέρτη από την Κωμιακή). Στο σκοπό αυτό, ο οποίος παιζόταν με τσαμπούνα, οι οργανοπαίχτες έλεγαν κοτσάκια σε όλους τους συμμετέχοντες στον χορευτικό κύκλο και έτσι ο χορός κρατούσε πολύ ώρα . 
Ο χορός «Βλαχοπούλα» χορευόταν τις Απόκριες μόνο στην Απείρανθο υπό τους ήχους της τσαμπούνας. Οι στίχοι του μοιάζουν με του τραγουδιού “Στην κεντημένη σου ποδιά” αλλά σπάνια τραγουδιόταν και το βήμα του μοιάζει λίγο με αυτό  του γρήγορου Πολίτικου Χασάπικου .
Στο χορό Νινηντρέ (ή Κουτεντέ), ο οποίος μοιάζει με παιχνίδι, κρατιόνται με μαντήλι και τραγουδούν :
 
«Νινηντρέ, Νινηντρέ γειά σου Γιάννη Κουτεντέ»
Λένε τα ονόματα ενός-ενός με τη σειρά και σε όποιον αναφέρονται λέει :
«Θα περάσω, θα περάσω και το στοίχημα θα χάσω»

Τότε αυτός που αναφέρθηκε περνά το μαντήλι κάτω από τα πόδια του και εξακολουθεί να το κρατάει ενώ οι άλλοι συνεχίζουν να χορεύουν. Αφού περάσουν όλοι, ο τελευταίος, που δεν έχει κάποιο να κρατάει, περνάει ανάποδα και έχει πλάτη με τον προηγούμενό του. Κάποιος άλλος κρατάει λουρί και χτυπά τους δύο τελευταίους, οι οποίοι πολλές φορές κρατιόνται από τα χέρια μιας και τα μαντήλια δεν είναι γερά. Έτσι σχηματίζεται μια αλυσίδα σαν ένα σχοινί με μανταλάκια. Ο χορός παιζόταν με τσαμπούνα ή απλά τραγουδιόταν από τους χορευτές (η αναφορά και η περιγραφή για αυτό το χορό γίνεται από τον δάσκαλο Ι.Ψαρρά  και τον καθηγητή Σ. Ήμελλο, από το Φιλώτι).Ανάλογος χορός υπάρχει σήμερα στην  Ικαρία (και ονομάζεται «Πιπέρι» εκεί)».

Βιτζηλαιαδίστικος στην Κωμιακή Συρτός


Χορός που μοιάζει με τη Βλάχα στο πιάσιμο στους ώμους και στα αρχικά βήματά του είναι ο Μιμητικός Αποκριάτικος χορός ή «Τα κουκιά», (η αναφορά και η περιγραφή και για αυτό το χορό γίνεται από τον δάσκαλο Ι.Ψαρρά από το Φιλώτι και μέχρι σήμερα στη Νάξο δεν έχει αναπαρασταθεί λόγω παρέλευσης πολλών ετών από τότε που χορευόταν), ο οποίος χορευόταν στο Φιλώτι μόνο από παντρεμένους και ήταν αφορμή να έρθουν σε «επαφή» μεταξύ τους χωρίς την κοινωνική κατακραυγή μιας αυστηρής εποχής στο θέμα των σχέσεων άντρα-γυναίκας. Με αυτό το χορό δίνανε πάντα τον τερματισμό της διασκέδασης μέσα στα σπίτια. Με κινήσεις μιμούνταν όλες τις εργασίες του Νικαριώτη (από την Ικαρία) γεωργού, από τη σπορά των κουκιών μέχρι τον τρόπο που τα  αλώνιζε και τα σάκιαζε για να τα φορτώσει για το σπίτι.  Ένας τραγουδιστής ξεκινούσε το τραγούδι και επαναλάμβανε στίχο - στίχο όλος ο χορός : (οι στίχοι είναι αυτούσιοι από το βιβλίο του Ι.Ψαρρά  «Απόκριες στο Φιλώτι της Νάξου»)

«Βρε μια χρονιά που πέρασα από κει στη Νικαριά,  

είδα πως τα σπέρνανε οι Νικαριώτες τα κουκιά»  

στην επανάληψη του δεύτερου ημιστιχίου του δευτέρου στίχου από το χορό, με βήμα σημειωτόν οι χορευτές γυρίζανε όλοι προς το κέντρο του κύκλου και με χειρονομίες απομιμούνταν τη σπορά των κουκιών και λέγανε:

«Έτσι δα, έτσι δα, μωρ’ έτσι δα τα σπέρνανε και τα παραχώνανε  (2)»

Αντίστοιχα συνέχιζε :

               «Μωρ’ άμα/ βρε όταν /πάλι/ άμα  ξαναπέρασα από κει στη Νικαριά

 είδα πως βοτανίζανε/ θερίζανε /αλωνίζανε / λιχνίζανε / σακκιάζανε οι Νικαριώτες τα κουκιά.

Έτσι δα, έτσι δα, μωρ’ έτσι δα / ετσά τα  βοτανίζανε/ θερίζανε / αλωνίζανε / λιχνίζανε / σακκιάζανε και τα

εξεχορίζανε / εχεροβολίζανε / κοπανίζανε / ξεχωρίζανε / αρπούσανε και τα ντουμπανούσανε»


Στο τέλος ο καβαλιέρος αρπούσε τη ντάμα του από τη μέση και τη σήκωνε ψηλά και στηρίζοντάς την πάνω στο στήθος του τη σάκκιαζε και τη ντουμπάνιζε σα να’τανε σακκί με κουκιά…… και τελείωνε ο χορός. Πρέπει να τονίσουμε ότι ο Μιμητικός χορεύεται σε πολλές περιοχές της χώρας μας, όχι μόνο νησιώτικες, με το όνομα «Κουκιά» αλλά διαφορετική μελωδία από τόπο σε τόπο. 
Ο Γεροντίστικος χορός χορευόταν τις απόκριες στο Φιλώτι, μόνο από παντρεμένους άντρες και γυναίκες προχωρημένης ηλικίας και ήταν δίχως όργανα μόνο με το αποκριάτικο τραγούδι (αισχροτραγουδο) (και για αυτό το χορό ο οποίος δε χορεύεται πια στη Νάξο οι αναφορές είναι  από το βιβλίο του δασκάλου Ι. Ψαρρά). 
Ο χορός «Πιπέρι» χορεύεται τις Απόκριες με βήμα Καλαματιανού χωρίς μουσική συνοδεία, με την ίδια διαδικασία που χορεύται σε όλη την Ελλάδα. 
Ο χορός «Βιολί-Βιολάκι» ή «Μαμουτζέλο» χορεύεται τις Απόκριες στην Κόρωνο, χωρίς συνοδεία οργάνων, με βήμα όπως το αργό της Βλάχας και εφαρμογή των εντολών του πρωτοχορευτή-τραγουδιστή (όπως και στο «Πιπέρι»), ενώ ο χορευτικός κύκλος επαναλαμβάνει το ρεφραίν. 
Η «Τσαμπουνόπορκα» είναι η γνωστή Πόλκα που χορεύεται σε όλες τις Κυκλάδες, Χορευόταν στον Κυνίδαρο, κυρίως με το τραγούδι «Εγώ’μαι ενούς ψαρά παιδί…» 
Επιπλέον αναφέρονται σε διάφορα κείμενα Ναξιωτών λαογράφων και μελετητών ως αποκριάτικοι και οι χοροί «(Λ)αχάκι», «Ρούσικος» και «Αράπης» για τους οποίους ο συγγραφές δεν έχει βρει αναλυτικότερα στοιχεία, και οι οποίοι δε χορεύονται σήμερα στη Νάξο.
Α.ΨΑΡΡΟΣ

Καθηγητής Χορού

ΝΑΞΙΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Η Νάξος, όπως και κάθε τόπος στον ελλαδικό χώρο, δέχτηκε πολλούς μετανάστες, αλλά και πολλοί Nάξιοι μετανάστευσαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του κόσμου. Στη πρόσφατη Ιστορία της Νάξου (τελευταία 250 χρόνια) εγκαταστάθηκαν άνθρωποι ερχόμενοι από Πελοπόννησο, Μακεδονία, Μικρά Ασία και Κρήτη καθώς και πολλοί Κάσιοι μετά την καταστροφή της Κάσου από τους Τούρκους.
Η μετανάστευση όμως είναι ένα αμφίδρομο φαινόμενο της κοινωνικής διάστασης της λαογραφίας. Έτσι, πολλοί Νάξιοι ανέκαθεν μετανάστευαν για πολλούς και διάφορους λόγους, είτε στα κοντινά νησιά, κυρίως Μικρές Κυκλάδες, είτε σε μέρη μακρινά που ακουγόταν μόνο σε τραγούδια και μοιρολόγια. Υπηρέτριες στην Πόλη και τη Σμύρνη και αργότερα στην Αθήνα, εργάτες σε μέρη όπου, ήταν εύκολη η εργασία (ορυχεία Λαυρίου, σεισμός Ζακύνθου, Αυστραλία). Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις συνήθως δεν ακολουθούσε μόνιμη εγκατάσταση.
Όμως μετά το 1900 αρχίζει ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να φθίνει, λόγω της οικονομικής ανάπτυξης της Νάξου. Στην αρχή Αμερική, αργότερα Αυστραλία, λιγότεροι στη Γερμανία και τη δεκαετία του ’70, το μεγάλο κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, στην Αθήνα.
Στον Πίνακα που ακολουθεί είναι καταγεγραμμένοι όσοι αποβιβάσθηκαν στη νήσο Έλλη, έξω από την Νέα Υόρκη, από την αμερικάνικη υπηρεσία μετανάστευσης από το 1900 περίπου έως το 1924, όπου και η νήσος Έλλη σταμάτησε να είναι η πύλη εισόδου της Βόρειας Αμερικής. Αν θέλαμε να κάνουμε κάποιες λίγες παρατηρήσεις για αυτόν τον πίνακα θα ήταν οι εξής:
1. Μεταναστεύουν κυρίως για μόνιμη εγκατάσταση.
2. Συνήθως είναι μετανάστες από το ίδιο χωριό ακόμα και την ίδια οικογένεια.
3. Κάποιες γυναίκες που μετανάστευσαν είναι οι λεγόμενες ‘’νύφες’’ (κοπέλες που πήγαιναν να παντρευτούν κάποιον στην Αμερική από το ίδιο χωριό, ο οποίος ήδη είχε μεταναστεύσει).
4. Κάποιοι γυρίζουν πίσω και ταξιδεύουν ξανά, κυρίως λόγω της επιστράτευσης και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το εντυπωσιακό είναι ο αριθμός όσων έφυγαν που αναδεικνύει τα προβλήματα ενός πλούσιου τόπου σαν την Νάξο. 

Πίνακας μετανάστευσης Ναξίων από το 1898-1924 στην Αμερική

Γεώργιος Α. Μανωλάς


 

Εγγραφείτε στα newsletters!

O Καιρός τώρα: