Φόρτωση...

Γλινάδο

Η πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη του χωριού είναι αυτή του έτους 1672 (σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα έρευνά μας) και βρίσκεται σε προικώο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Αυτό σημαίνει ότι ο οικισμός ιδρύεται περί το 1650, αφού τον Μανόλη Καπούνη, έναν από τους πρώτους του κατοίκους και αναφερόμενο στο προαναφερθέν έγγραφο, τον συναντούμε σε δικαιοπραξίες πριν από το 1672.

Το τοπωνύμιο προέρχεται από την ονομασία «στα μέρη των Γλινάδων», στα μέρη του Μανόλη Γλινού συγκεκριμένα και των συγγενών του. Οι πρώτοι αυτοί οικιστές (πιθανότατα από την Ορεινή Νάξο) και όσοι επακολούθησαν εγκαταστάθηκαν στους δύο (απέναντι ευρισκόμενους) άγονους λόφους του χωριού, τον Δέχτη και το Τζιντίλι, εξ αιτίας της πειρατείας και της κατοχής του εύφορου κάμπου του Λιβαδιού από τους «φράγκους» φεουδάρχες και τους κατόχους γης Χωραΐτες αριστοκράτες. Με το πέρασμα των χρόνων κατοικήθηκε ο μεταξύ των λόφων χώρος και το χωριό πήρε το σημερινό του σχήμα. Σ' αυτό εγκαταστάθηκαν (ιστορικά αποδεδειγμένο) και οι κάτοικοι τριών γειτονικών του οικισμών που ερήμωσαν σταδιακά: του Αγαμιτάδου, του Λουλούδου και του Τζιτζάμου.

Βασική ασχολία των κατοίκων ήταν η γεωργία, η κτηνοτροφία λειτούργησε ως συμπληρωματικό οικονομικό μέγεθος, είχε περιορισμένη βάση στην τοπική οικονομία, αφού ασκούνταν συμβιωτικά. Κάθε οικογένεια διέθετε μικρό ζωϊκό κεφάλαιο, κυρίως αιγοπρόβατα. Τα τελευταία χρόνια όμως η αγελαδοτροφία (πάχυνση ζώων και παραγωγή γάλατος) διαγράφει ανοδική πορεία, και αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς πυλώνες της οικονομικής ζωής του χωριού. Η γεωργία παρέμεινε το κύριο και το διαχρονικό επάγγελμα των κατοίκων του.

Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι κάτοικοί του δούλευαν (με την αρχική του σημασία) ως κουντουβερνιάρηδες στα κτήματα των φεουδαρχών στο Λιβάδι. Οι άθλιες συνθήκες ζωής αυτής της μακράς περιόδου προβάλλουν (ενδεικτικά) μέσα από τα γεγονότα του 1777, έτος κατά το οποίο οι αγρότες ξεσηκώθηκαν εναντίον των «Φράγκων». Πρωτεργάτες ήταν (σύμφωνα με τον τότε καθολικό αρχιεπίσκοπο) κάποιοι «βάρβαροι και αχρείοι ζευγάδες περιχωρίται, τουτέστιν από Γαλανάδο, Γλινάδο και Τζίτζαμο». Όταν ο βασιλιάς Όθων επισκέφτηκε τη Νάξο τη δεκαετία του 1850, οι Γλιναδιώτες του επέδωσαν επιστολή, στην οποία διεκτραγωδούσαν τις συνθήκες της ζωής τους, ελάχιστα διαφορετικές απ' αυτές που οδήγησαν στον ατελέσφορο ξεσηκωμό του 1777…

Το 1834, μετά την εθνική αποκατάσταση, το χωριό υπάγεται στον Δήμο Βίβλου και το 1919 (5 Μαρτίου, ΦΕΚ 52Α) γίνεται αυτόνομη κοινότητα, αφού εκπληροί τις προϋποθέσεις του νόμου: αριθμεί υπέρ τους 300 κατοίκους και διαθέτει αυτόνομο «σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Το χωριό απλώνεται σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 80-113 μέτρα. Με πανοραμική θέα προς όλες τις πλευρές του ορίζοντα και με «πρόσωπο» προς τη δύση (την ανατολική Πάρο) έχει δικαίως χαρακτηρισθεί ως το «μπαλκόνι της Νάξου». Τα τρία (μέχρι στιγμής) ξενοδοχεία που έχουν υψωθεί σε περίοπτες τοποθεσίες, τα δύο ιδιωτικά εστιατόρια-ταβέρνες που έχουν ήδη ιδρυθεί σε χώρους εξ ίσου εκπληκτικής θέας, οι δεκάδες πολυτελείς κατοικίες Ναξιωτών, Ελλήνων, Ευρωπαίων που έχουν οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια αποτελούν ασφαλείς ενδείξεις για το τι «μέλλεται γενέσθαι», με πρόσθετο δεδομένο ότι το χωριό έχει αποβεί πλέον συγκοινωνιακός κόμβος, αφού ενώνει τη Χώρα με άλλα δύο Λιβαδοχώρια (Αγερσανί και Τρίποδες) αλλά και με όλο το υπόλοιπο νοτιοδυτικό τμήμα της Νάξου, το οποίο αναπτύσσεται τουριστικά με φρενήρη ρυθμό τα τελευταία έτη (Βίγλα, Καστράκι, Αλυκό, Πυργάκι, Αγιασό).

Σήμερα το χωριό αριθμεί (απογραφή 2001) 509 μόνιμους κατοίκους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της περιόδου 1951-2001 παρατηρείται μια φθίνουσα πορεία στον πληθυσμό του, η οποία δεν οφείλεται στη μεταναστευτική έξοδο, ούτε στην (απουσιάζουσα) κινητικότητα του ανδρικού πληθυσμού, αλλά στη μείωση της γαμηλιότητας και της γεννητικότητας και στη φυσική γήρανση του πληθυσμού.

Η εύφορη λιβαδίτικη γη του και τα νέα οικονομικά δεδομένα που ίσχυσαν μετά το 1953 ήταν ο κύριος ανασχετικός παράγων της μετανάστευσης. Η σημερινή του δημογραφική φυσιογνωμία οφείλεται κυρίως στο ιστορικό γεγονός του 1953, κομβικό χρονικό σημείο για την ιστορία του χωριού και της Νάξου ολόκληρης: το έτος αυτό ιδρύεται το κρατικό Κέντρο Σποροπαραγωγής Γεωμήλων Νάξου, με βασικούς πρώτους τροφοδότες του τα χωριά του Λιβαδιού. Ο οικονομικός-ιστορικός αυτός παράγων θεωρούμε (όπως έχουμε αποδείξει με επιστημονικές εργασίες) ότι συνέβαλε στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που άλλαξαν άρδην την οικονομική και κοινωνική ζωή των Γλιναδιωτών, τη μέχρι τότε κοινωνική χρήση του φυσικού τους χώρου και, φυσικά, τις σχέσεις της συγκεκριμένης αγροτικής κοινότητας με το φυσικό περιβάλλον της.

Μέχρι τότε (1953) η γεωργική παραγωγή του χωριού χαρακτηριζόταν από την πολυκαλλιέργεια, γεγονός που συνδέεται με το διάσπαρτο χαρακτήρα της έγγειας ιδιοκτησίας. Η ίδρυση όμως του Κέντρου Σποροπαραγωγής επέφερε μεγάλες ανατροπές στο παραγωγικό σύστημα. Η ίδρυσή του σήμαινε ότι το εύφορο Λιβάδι επιλεγόταν επισήμως από το κράτος να παράγει κρατικό πατατόσπορο, ο οποίος θα διοχετευόταν σε αγορές του Εσωτερικού. Η παραγωγή εισερχόταν για πρώτη φορά σε τροχιά εμπορευματοποίησης. Ήταν μια κορυφαία αναπτυξιακή πρόταση, την οποία η τοπική κοινωνία δέχθηκε με ενθουσιασμό.

Από τότε και εξής η συστηματική μονοκαλλιέργεια του πατατοσπόρου εξοβέλισε όλα σχεδόν τα παραδοσιακά καλλιεργούμενα είδη, η πατάτα έγινε η χρυσοφόρος πηγή για τους κατοίκους, τους «έδεσε» με τη γη τους, τους δημιούργησε κοινωνική αυτοπεποίθηση, καθόρισε τη στάση τους έναντι στα «γράμματα» και στα άλλα ελεύθερα επαγγέλματα, ακόμη και το σατιρικό παρατσούκλι τους (Πατατάδες). Φαίνεται ότι το μέλλον της διαχείρισης αυτού του προϊόντος (όχι και τόσο ευοίωνο τα τελευταία χρόνια) συνδέεται με το μέλλον του ίδιου του χωριού.

Ο σημερινός επισκέπτης του χωριού θα συναντήσει πρωτίστως την «παραδοσιακή» φιλοξενία των κατοίκων, απαλλαγμένη από κάθε προσποίηση. Χειμώνα-καλοκαίρι, περαστικός ή διαμένων σ' αυτό για τις διακοπές του, μπορεί να απολαύσει έναν ήρεμο περίπατο στον «εσωτερικό» δρόμο του χωριού, που θα τον οδηγήσει από την μια άκρη του χωριού στην άλλη, από την Μπροστινή Παναγιά και τη Δεξαμενή ή από τον μύλο του Καρεγλά στο Τζιντίλι, στον Πύργο, στην εντυπωσιακή εκκλησία του Αγίου Νικοδήμου, ή στο ξωκκλήσι του Τζαννακού, απ' όπου, έμπλεως από την ομορφιά που αντικρίζει, νιώθει πλησιέστερα στο Θεό και στα μυστικά της Δημιουργίας. Τα ηλιοβασιλέματα από τα προαναφερθέντα σημεία του Τζαννακού και του μύλου του Καρεγλά, ή και από αυτό του (κατεστραμμένου δυστυχώς) μύλου του Μαυρομμάτη δεν έχουν να ζηλέψουν ούτε το ελάχιστο από ανάλογα προβεβλημένα στον ελλαδικό χώρο. Μια άλλη θαυμάσια διαδρομή θα τον οδηγήσει (μέσω των προ ετών εγκαταλελειμμένων οικισμών του Λουλούδου και του Τζιτζάμου) στην ενοριακή εκκλησία του χωριού, στο «Χριστό» (Μεταμόρφωση του Σωτήρος), του 1680 (βόρειο κλίτος) και του 1740 (νότιο). Μπορεί επίσης να νιώσει ζωογόνα την πρωινή ή τη βραδινή δροσερή αύρα του Λιβαδιού, καθ' οδόν από το χωριό προς το Τυροκομείο (της Ενώσεως Γ. Σ. Νάξου), όπου θα περιηγηθεί στις εγκαταστάσεις του, ή προς τον θαυμάσιο αρχαιολογικό χώρο των Υρίων αλλά και στο ερειπωμένο μοναστήρι των αγ. Σαράντα. Αν πάλι τύχει και βρίσκεται στο νησί στις 13 και 14 Ιουλίου θα χαρεί το «νησιώτικο» πανηγύρι του Αγίου Νικοδήμου σε δύο-τρία σημεία του χωριού, κι αν στις 5 και 6 Αυγούστου αυτό του «Χριστού», το οποίο «τιμούν» εκατοντάδες «προσκυνητές» του γλεντιού και της καλής νησιώτικης διασκέδασης.

Μανόλης Γ. Σέργης
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
 
Χωριά-Γλινάδο 01Χωριά-Γλινάδο 02Χωριά-Γλινάδο 03Χωριά-Γλινάδο 04Χωριά-Γλινάδο 05Χωριά-Γλινάδο 06

Εγγραφείτε στα newsletters!

O Καιρός τώρα: