Φόρτωση...

Μυθολογία

Η γέννηση του Διονύσου από το μηρό του Δία. Οι θεότητες παρακολουθούν το συμβάνΗ Νάξος, το ρομβόσχημο νησί των Κυκλάδων με τη μεγαλύτερη έκταση, έχει μια συνεχή κατοίκηση από την 5η προ Χριστού χιλιετηρίδα. Στην πολυποίκιλη ιστορία της, οι μύθοι με την πραγματικότητα πλέκονται αδιάκοπα σε μυστήριο κι έξαρση της φαντασίας, διατηρώντας ταυτόχρονα αμείωτη την επιθυμία για γνώση και κατανόηση του τρόπου της ζωής των προγόνων μας. Ευτυχώς, πλήθος από απομεινάρια όλων των χρονικών περιόδων μας διευκολύνουν να διεισδύσουμε στη ζωή τους και ν’ αντλήσουμε πληροφορίες, που ικανοποιούν την δικαιολογημένη μας δίψα και ρίχνουν φως στις σκοτεινές σελίδες του αέναου παραμυθιού.

Διόνυσος, Σεμέλη, Θησέας, Αριάδνη, νύμφες, Νηρηίδες, τύραννοι, κατακτητές, πειρατές, άρχοντες, αγρότες είναι ήρωες, των οποίων τα ίχνη είναι διάσπαρτα σε όλο το χωροχρόνο τούτου του βράχου, που υψώνεται επιβλητικός, ανάμεσα σ’ άλλους πολλούς, στη μέση της θάλασσας του Αιγαίου.

Η μυθολογία κατέχει μια πολύ σημαντική θέση στον ιστό της ιστορίας και του πολιτισμού της Νάξου. Με ανεξίτηλα χρώματα είναι υφασμένες στη μνήμη και το χρόνο οι φιγούρες του Διόνυσου, του Δία, του Απόλλωνα, της Αριάδνης, της Δήμητρας, οι οποίες έλκουν στο διηνεκές τα βλέμματα της φαντασίας και του ενδιαφέροντός μας.

Οι Νάξιοι, όπως και άλλοι λαοί, ήταν άνθρωποι με βαθιά πίστη κι ενδιαφέρον γι’ απαντήσεις στ’ ανεξήγητα. Με τη δυνατότητα επικοινωνίας με άλλες περιοχές του κόσμου, που τους παρείχε η ναυσιπλοΐα, δέχτηκε επιρροές και όπως ήταν φυσικό, είχε πολιτιστικές ανταλλαγές, γεγονός που έχει αποδειχθεί και από όμοια ευρήματα που βρέθηκαν σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως είναι το χρυσό έλασμα της σπηλιάς του Ζα, με το δίδυμό του σε περιοχή του Πόντου.


Ο Διόνυσος και η Αριάδνη Έτσι δέχθηκε με χαρά την παρουσία του θεού Διονύσου, του οποίου η καταγωγή ήταν από τη Θράκη, ή κατ’ άλλους από την Ανατολή. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ιστορικός λέει ότι οι Νάξιοι μυθογράφοι υποστηρίζουν ότι ο θεός γεννήθηκε στη Νάξο, από τη Σεμέλη, κόρη του Κάδμου του βασιλιά των Θηβών και το βασιλιά Αστέριο (θεωρώντας πάντα πραγματικό του πατέρα το Δία). Ο Δίας ανέθεσε την ανατροφή του στις Νάξιες νύμφες Φιλία, Κλείδη και Κορώνη, οι οποίες τον μεγάλωσαν στη σπηλιά του Ζα ή κατ’ άλλους στο «Κακό Σπήλιο», της Κορώνου, όπου βρέθηκε επιγραφή που λέει «ΔΡΙΟC ΔΙΟΝΥCΟΥ». Το Διόνυσο συνόδευαν οι Σάτυροι και οι Μαινάδες (γυναίκες), που χόρευαν και ξεφάντωναν, φτάνοντας ενίοτε στην έκσταση, πίνοντας και μεθώντας με το γλυκόπιοτο κρασί του νησιού. Ο Διόνυσος, που ήταν εκφραστής της χαράς και της διασκέδασης, από την αγάπη του στη Νάξο είχε προκαλέσει την ευφορία στην καλλιέργεια των αμπελιών, με αποτέλεσμα την παραγωγή άριστης ποιότητας κρασιού.
 
Από ευγνωμοσύνη και αγάπη προς το θεό, που τους έφερνε την ευθυμία και την ψυχαγωγία, οι Νάξιοι ίδρυσαν ναό για τη λατρεία του στα Ύρια. Ο Πλούταρχος λέει πως είχαν καθιερώσει εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του, «τα Διονύσια» δύο φορές το χρόνο, με αγώνες και θυσίες. Γινόταν ταυτόχρονα στη Χώρα για τους αστούς και στα Ύρια για τους κατοίκους της υπαίθρου. Η μία γιορτή γινόταν την Άνοιξη που έβγαιναν τα φύλλα του αμπελιού και περιείχε παιχνίδια κι ευθυμία, ενώ η άλλη το Φθινόπωρο με τον τρύγο και το πάτημα των σταφυλιών.

Οι νέοι χόρευαν στεφανωμένοι με κληματόβεργες, ενώ οι σάτυροι ήταν χορευτές μεταμφιεσμένοι. Λέγεται ότι το έθιμο των Απόκρεω με τους μασκαράδες (μεταμφιεσμένους) είναι κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας.

Ο πολύ γνωστός μύθος, του γάμου του Διονύσου με την Αριάδνη, είναι αποκλειστικά συνδεδεμένος με τη Νάξο. Σύμφωνα με το μύθο, όπως αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Θησέας, μετά την εξόντωση του Μινώταυρου με τη βοήθεια της Αριάδνης, κόρης του Μίνωα, απέπλευσε από την Κρήτη με προορισμό την Αθήνα, παίρνοντας μαζί του την όμορφη κόρη. Θαλασσοταραχή τους υποχρέωσε ν’ αγκυροβολήσουν στην Νάξο, τότε ονομαζόταν Δία, για να ξεκουραστούν. Ο Θησέας άραξε το πλοίο του στο μικρό νησάκι, «τα Παλάτια», όπως τ’ ονομάζουμε σήμερα και η Αριάδνη, ταλαιπωρημένη έγειρε στην αμμουδιά και την πήρε ο ύπνος. Ο Θησέας με τους συντρόφους του παρέμειναν στο πλοίο κιΨηφιδωτό με αναπαράσταση τον Θησέα αποκοιμήθηκαν. Τότε ο Διόνυσος που είχε δει την Αριάδνη και την ερωτεύθηκε, επισκέφθηκε το Θησέα στον ύπνο του και του είπε να φύγει χωρίς αυτήν. Εκείνος αντέδρασε, αλλά ο θεός επέμενε, δηλώνοντας την υπεροχή του λόγω της θεϊκής του ιδιότητας. Φοβούμενος τις συνέπειες της τιμωρίας του θεού, ο Θησέας υποχρεώθηκε να φύγει. Στη συνέχεια ο Διόνυσος πήγε κοντά στην Αριάδνη. Εκείνη μόλις ξύπνησε τον είδε να στέκεται δίπλα της και να της λέει λόγια τρυφερά. Τον ρώτησε αμέσως για το Θησέα, αλλά εκείνος της απάντησε ότι είχε φύγει, ενώ της έδωσε να πιει κρασί από ένα χρυσό κύπελλο και της πρόσφερε ένα χρυσό στεφάνι, έργο του Ήφαιστου, με πολύτιμα ινδικά πετράδια στο σχήμα εννέα αστεριών. Κατ’ άλλους το στεφάνι ήταν δώρο της Αφροδίτης και των Ωρών για τους γάμους τους. Αναφέρεται δε, ότι ήταν τόσο λαμπρό ώστε οι θεοί το έβαλαν στον ουρανό να λάμπει πλάι στ’ άλλα αστέρια και το ονόμασαν αστερισμό της Αριάδνης. Θυμωμένη με το Θησέα η Αριάδνη δέχθηκε την πρόταση του Διονύσου. Εκείνος την πήρε και την πήγε στο όρος Δρίος, το σημερινό βουνό Κόρωνος. Από εκεί έφυγαν για τον Όλυμπο. Λέγεται ακόμη ότι παιδιά του Διόνυσου και της Αριάδνης ήταν ο Στάφυλος και ο Οινοπίοπας.

Οι παραλλαγές του μύθου της Αριάδνης και του Διονύσου είναι πολλές και έχουν σημαντικές διαφορές. Άλλοι ισχυρίζονται πως η Αριάδνη αυτοκτόνησε, πέφτοντας στη θάλασσα, μετά την πληροφορία, ότι την εγκατέλειψε ο Θησέας. Άλλοι ότι υπήρξαν δύο Αριάδνες. Άλλος μύθος ισχυρίζεται ότι ο Θησέας έφυγε γιατί αγαπούσε την Αίγλη στην Αθήνα.

Ο Διόνυσος μεταμορφώνει τους πειρατές σε δελφίνια. Το κατάρτι έγινε κληματαριά Ο Όμηρος σ’ ένα από τους μύθους του λέει ότι ο Διόνυσος κάποτε νοίκιασε ένα πλοίο από τους Τυρρινούς ναυτικούς για να επιστρέψει στη Νάξο. Εκείνοι όμως, θέλησαν να τον αιχμαλωτίσουν. Ο Διόνυσος το αντιλήφθηκε και για να γλιτώσει τους έδωσε να πιούν κρασί και να μεθύσουν. Αμέσως στα κατάρτια του πλοίου αναρριχήθηκε μια κληματαριά και τα κλαδιά της γέμισαν σταφύλια. Έντρομοι οι ναύτες, από το ξαφνικό αυτό φαινόμενο, φοβήθηκαν κι έπεσαν στη θάλασσα, όπου την ίδια στιγμή μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια.
Ο Διόνυσος ήταν ο θεός που λατρεύτηκε περισσότερο στη Νάξο, την οποία πολλοί ονομάζουν θεοτρόφο.




Ο πατέρας των θεών, ο Δίας λατρεύτηκε κι αυτός στη Νάξο. Ο ΔίαςΟ Αγλαοσθένης, νάξιος ιστορικός, λέει πως όταν ο Δίας ήταν μικρός κλάπηκε από την Κρήτη, το Ιδαίον Άντρον (όρος Ίδη), και μεταφέρθηκε στη Νάξο, για να γλιτώσει από τον πατέρα του τον Κρόνο. Μεγάλωσε στη σπηλιά του Ζα, όπου και το ιερό του, μέχρι που μεγάλωσε και ήταν σε ηλικία να διεκδικήσει τη βασιλεία των θεών με εκστρατεία εναντίον των  Τιτάνων. Στο Δία είχε αφιερωθεί μια πολύ μεγάλη έκταση στην πλαγιά του υψηλότερου βουνού της Νάξου, ιερό τέμενος προς τιμήν του θεού, το οποίο υπήρξε σημαντικό θρησκευτικό κέντρο για τους αγροτοποιμένες της γύρω περιοχής. Δύο επιγραφές σε ριζιμιούς βράχους, χαραγμένες από τον ίδιο τεχνίτη τον 4ο π.Χ.αιώνα, με τα ίδια λόγια και γράμματα «ΟΡΟΣ ΔΙΟΣ ΜΗΛΩΣΙΟΥ» ορίζουν, προστατεύουν και προβάλλουν το ιερό. Οι κάτοικοι της περιοχής που λάτρευαν το θεό, ντυμένοι με «μηλωτές» που σημαίνει προβιές προβάτων, ανέβαιναν στην κορυφή του Ζα το καλοκαίρι την εποχή της μεγάλης ξηρασίας, για να παρακαλέσουν το θεό να στείλει τους δροσερούς ανέμους του και να γλιτώσει τον κόσμο από την απελπισία της ζέστης.

 

Στη Νάξο λατρεύτηκε και ο Απόλλωνας, ο θεός του φωτός και της μουσικής. Ήταν γιος του Δία και της Λητώς, η οποία λόγω της οργής και του κατατρεγμού της από τη Ήρα, τη σύζυγο του Δία, προστατεύτηκε από τον Ποσειδώνα και μεταφέρθηκε με δελφίνι στη Δήλο, όπου και γέννησε τον Απόλλωνα και την  Άρτεμη.

Ο Νίκος Κεφαλληνιάδης μας αναφέρει τρεις περιοχές σαν τόπους λατρείας του θεού. Τη Χώρα, όπου βρίσκεται «η Πορτάρα», η μεγαλόπρεπη τεράστια πύλη του ανεγειρόμενου από τον τύραννο του νησιού, Λύγδαμη, ναού του, ο οποίος όμως δεν τελείωσε ποτέ, και η οποία στις μέρες μας φέρεται σαν το κύριο έμβλημα του νησιού.

Την Τραγέα, από τη μαρτυρία του Στεφάνου Βυζαντίου «εστί δε και πόλις εν Νάξω Τραγία εν η Τράγειος Απόλλων τιμάται». Και τέλος τον Απόλλωνα «στ’ Απολλώνου το βουνί», όπου υπάρχει επιγραφή χαραγμένη σε κατάλληλα διαμορφωμένο βράχο: «ΟΡΟΣ ΧΩΡΙΟΥ ΙΕΡΟΥ  ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ». Στην περιοχή αυτή, κοντά στο χώρο των αρχαίων λατομείων, υπήρξε υπαίθριο τέμενος όπως μαρτυρεί η παραπάνω επιγραφή του 3 π.Χ.αιώνα. Υπάρχει ακόμη στα κατάλοιπα της λατομικής δραστηριότητας των κατοίκων της εποχής εκείνης, ο κούρος του Απόλλωνα, το γιγαντιαίο άγαλμα του γενειοφόρου Διονύσου, το οποίο πιθανώς να προοριζόταν για το ναό του στα ΄Υρια.

Δείγμα της λατρείας του είναι ακόμη, το τεράστιο άγαλμα του θεού, το οποίο αφιέρωσαν στο ιερό της Δήλου οι Νάξιοι με την επιγραφή «ΝΑΞΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ».

Η γέννηση του Διονύσου από το μηρό του Δία


Ξεχωριστή θέση στην καρδιά των Ναξίων είχε και η θεά Δήμητρα με την κόρη της Περσεφόνη. Η Δήμητρα ήταν θεά της γονιμότητας της γης. Ο μύθος μάνας και κόρης, η οποία απήχθη από τον Πλούτωνα (Άδη), ο οποίος την πήγε στον Κάτω Κόσμο σαν βασίλισσα του ΄Αδη, συμβολίζει τον κύκλο των εποχών. Τη θλίψη με το μαρασμό της φύσης το Φθινόπωρο και το Χειμώνα, τη χαρά και την αναγέννηση την Άνοιξη και το Καλοκαίρι.

Η σημαντική αυτή θεότητα, προστάτιδα των αγροτών και της γεωργίας, τιμήθηκε και αγαπήθηκε πολύ απ’ τους κατοίκους της Νάξου, οι οποίοι έκτισαν για τη λατρεία της περικαλλή ναό, σε περίοπτο θέση της εύφορης πεδιάδας του «Μπαούζι», στην περιοχή του Σαγκρίου. Ο ερειπωμένος ναός αναστηλώθηκε πρόσφατα με το ίδιο του μαρμάρινο υλικό, το οποίο περισυνελέγει από τη γύρω περιοχή. Θεωρείται από τους σημαντικότερους και αντιπροσωπευτικότερους αρχαίους ναούς, πολύτιμος όχι μόνο για τη συμπληρωματική γνώση της ιστορίας και της κοινωνίας της Νάξου, αλλά και για την κατανόηση της αρχαίας θρησκείας και λατρείας. Περιέχει δε σημαντικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, τα οποία συναντούμε μεταγενέστερα στον Παρθενώνα.

Ο Νίκος Κεφαλληνιάδης μας λέει ότι «η ελληνική μάνα του σιταριού είναι η Δήμητρα και στη γιορτή του θερισμού οι πιστοί έστηναν το είδωλό της δίπλα από λόφους σταριού, με ένα δεμάτι και παπαρούνες του αγρού στο χέρι».


Στη μυθολογία της Νάξου αναφέρεται η παρουσία και η λατρεία άλλων θεών, λιγότερο ίσως, σημαντικών, όπως είναι η πιθανή λατρεία του ΄Αρη, στο βουνό Φανάρι που βρίσκεται ανάμεσα στ’ Απεράθου και το λεκανοπέδιο της Τραγέας. Πιθανολογείται ότι εκεί υπήρξε ιερό τέμενος προς τιμήν του θεού, μετά από ανεύρεση επιγραφής στα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, όπως αναφέρει ο νάξιος ιστοριοδίφης Ιάκωβος Γκριμάλντι που λέει «ΤΕΜΕΝΙΣΜΑ ΑΡΕΟΣ».

Η παράδοση λέει πως, όταν ο ΄Αρης, θεός του πολέμου, σκότωσε τον΄Αδωνη, τον αγαπημένο της Αφροδίτης, οι γίγαντες Αλωάδες Ώτος και Εφιάλτης, δίδυμοι γιοι του Ποσειδώνα, τον έκλεισαν  σ’ ένα πιθάρι για τιμωρία του 13 μήνες. Μετά την απελευθέρωσή του, κατέφυγε στη Νάξο και κρύφτηκε στη «σιδεροβρώτιν πέτραν», δηλαδή «στην πέτρα που τρώει το σίδερο», η οποία τοποθετείται στο όρος Μπίτσα πάνω στο Φανάρι.

Οι Αλωάδες, καθώς λέει ο μύθος διέθεταν υπερφυσική δύναμη, άκρως επικίνδυνη καθώς μεγάλωνε μαζί με την ηλικία τους. Απειλούσαν ότι θα εκθρόνιζαν το Δία από τον Όλυμπο. Εκείνος για να γλιτώσει, τους έστειλε στη Νάξο να βρουν τη μητέρα τους, που την είχαν απαγάγει οι Νάξιοι.  Εκεί, με τέχνασμα της ΄Αρτεμης, σκότωσε ο ένας τον άλλον. Οι Νάξιοι τους έθαψαν στο νησί και τους λάτρεψαν σαν ήρωες. Οι λατόμοι της περιοχής του Φλεριού στις Μέλανες, τους όρισαν για προστάτες τους, λόγω της υπερβολικής τους δύναμης, την οποίαν χρειαζόταν εξ αιτίας της σκληρής και επικίνδυνης δουλειάς που έκαναν με την πέτρα. Σ’ αυτό καταλήγουν από επιγραφή η οποία βρέθηκε στην περιοχή και αναφέρεται σε τέμενος του Ώτου και του Εφιάλτου.

Ιερά που βρέθηκαν σε σπήλαια και σε κορυφές των βουνών, πιθανολογούν κι άλλες λατρείες θεοτήτων όπως για παράδειγμα, στις Εγγαρές προς τιμήν των Νυμφών, σύμφωνα με επιγραφή στη σπηλαιώδη εκκλησία της «Γέννησης» στις υπώρειες του «Καλού όρους». Ανάλογη λατρεία υπήρχε στην «Παναγία της Καλορίτσας», στην περιοχή Δαμαριώνα και στη «Νυφιώτισσα», μικρό σπηλαιώδες ξωκκλήσι στ’ Αμελαθιού στο Τσικαλαριό. Το ίδιο ιερό υπήρχε και στη λατρευτική σπηλιά της «Παναγίας της Σπηλιώτισσας», στ’ Αργιά.


Όλα σχεδόν, τα μνημεία χρονολογούνται από τον 8ο μέχρι τον 3ο π.Χ. αιώνα.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι Νάξιοι λατόμοι αναδείχθηκαν πρωτοπόροι στην αρχιτεκτονική και την πλαστική τέχνη του αρχαϊκού πολιτισμού.

Αρχίζοντας με την λάξευση των κούρων, τεραστίων αγαλμάτων ανθρώπινων μορφών, συνέχισαν με τα γνωστά απειράριθμα κυκλαδικά ειδώλια για να δημιουργήσουν πρώτοι αυτοί άγαλμα κόρης σε φυσικό μέγεθος γυναίκας. Είναι το γνωστό άγαλμα, αφιέρωμα των Ναξίων στο ιερό της Δήλου. Υπήρξε προσφορά, προφανώς, πλούσιας ναξίας αρχόντισσας, της Νικάνδρας, όπως λέει η επιγραφή με αφιέρωση στη «μακρόβολη τοξεύτρα». Συμπεραίνεται ότι πρόκειται για τη θεά ΄Αρτεμη. Δημιούργημά τους είναι και η Σφίγγα των Ναξίων, ανάθημα στους Δελφούς, το ΄Ανδηρο των λεόντων, στη Δήλο κ.α.

Ο Θεός Ήφαιστος έχει και αυτός τη σχέση του με τη Νάξο. Λέγεται πως εδώ διδάχθηκε την τέχνη της σιδηρουργίας και μετά πήγε στη Λήμνο.
Και τέλος, το σημερινό όνομα του νησιού, Νάξος επικρατεί η αντίληψη ότι το πήρε από το Νάξο, βασιλιά της Καρύας, χώρας της Μ. Ασίας, της οποίας κάτοικοι, οι Κάρες, έζησαν και σε τούτον τον τόπο. Όμως, για την ελληνική μυθιστορία, Νάξος ήταν ο γιος του Απόλλωνα και της Ακάλης, κόρης του Μίνωα. Λέγεται λοιπόν, πως απ’ αυτόν πήρε τ’ όνομά του το νησί, δείχνοντας έτσι τη σύνδεσή του με το Μινωικό Πολιτισμό. Το πρώτο όνομα του νησιού ήταν Στρογγύλη, ακολούθησε το Δία και τέλος επικράτησε το Νάξος.

Ελένη Γρατσία - Σαλτερή
Συγγραφέας

Εγγραφείτε στα newsletters!

O Καιρός τώρα: